Η σακούλα

Η σακούλα

Είναι Ιούλιος, γύρω στις τρεις το μεσημέρι και το θερμόμετρο δείχνει 43 βαθμούς. Ο ήλιος καίει αφόρητα, ο ιδρώτας τρέχει και νιώθω τις δυνάμεις μου να λιγοστεύουν.
Έχω βγει για το καθημερινό τάισμα, αλλά κυρίως για να βάλω δροσερό νεράκι στις γάτες της γειτονιάς και της ευρύτερης περιοχής.
Αυτές τις μέρες το χρειάζονται πολύ περισσότερο και από το φαγητό. Μόλις φθάνω δεν πάνε στην τροφή, τρέχουν κατευθείαν στο νερό.
Τα μπολάκια τους κάτω από τον καυτό ήλιο βράζουν και θέλουν συνεχώς αλλαγή.

Περπατάω με τη σακούλα στο χέρι, φωνάζω τα ονόματά τους για να βγουν από τις κρυψώνες τους και περιμένω (πάντα με αγωνία) να εμφανιστούν.
Κρύβονται γιατί είναι μια πολυσύχναστη περιοχή και η κάθε τους μέρα είναι ένας αγώνας επιβίωσης.
Κρύβονται από τα παιδιά που τις κυνηγούν για παιχνίδι και δεν καταλαβαίνουν τον φόβο που τους προκαλούν, από τους σκύλους που επίσης τις κυνηγούν, από τα αυτοκίνητα που δεν κόβουν ταχύτητα λες και είναι αόρατες.
Από τους ανθρώπους που περνούν σχεδόν από πάνω τους, αδιαφορώντας αν τρομάζουν.
Μόλις εμφανίστηκαν τους έβαλα φαγητό και νερό, παρατήρησα αν είναι όλες καλά, αν τρώνε και ετοιμάζομαι να πάω στο επόμενο σημείο.

Λίγα μέτρα πιο πέρα σε μια στάση, κάθονταν πέντε-έξι κυρίες γύρω στα 65. Μόλις είχαν τελειώσει το μπάνιο τους στη θάλασσα και περίμεναν το λεωφορείο.
Νόμιζα πως δεν με είχαν προσέξει μέχρι που άκουσα γέλια.
Και μετά τη φωνή μιας από αυτές να λέει:
"Φαντάζεσαι να καταντήσουμε έτσι κι εμείς; Να πάρουμε μια σακούλα με τροφή και να γυρνάμε σαν τις τρελές στους δρόμους να ταΐζουμε γάτες;"
Οι άλλες ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
Και μετά μια άλλη συμπλήρωσε:
"Το φαντάζεσαι; Ο Θεός να μας φυλάει..."

Για μια στιγμή ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό μου και τα μάτια μου βούρκωσαν.
Όχι γιατί αυτά που είπαν με πρόσβαλαν. Τριάντα χρόνια τώρα έχω ακούσει πολύ χειρότερα: Ειρωνείες, προσβολές, χαρακτηρισμούς, χλευασμούς, απειλές. Με τα χρόνια συνηθίζεις, μαθαίνεις να τα αντέχεις.
Εκείνο που δεν συνηθίζεται και με πλήγωσε ήταν αυτό που κρυβόταν πίσω από τα λόγια τους... Η αδιαφορία για κάποια πλάσματα που η επιβίωσή τους εξαρτάται από έναν άνθρωπο. Ίσως γιατί θεωρούν πως η ζωή τους δεν έχει αξία.

Χαμογέλασα (πικρά) και συνέχισα το δρομολόγιό μου.
Ήξερα πως εκείνη τη στιγμή βλέπαμε δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Εκείνες είδαν μόνο την επιφάνεια. Μια γυναίκα στον δρόμο που κρατάει μια σακούλα με τροφή και γυρνάει "σαν τρελή" μέσα στον καύσωνα.

Εγώ κρατούσα όλα όσα κουβαλάει αυτή η σακούλα που δεν φαίνονται.
Μια ολόκληρη πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να καταλάβει όποιος δεν περπάτησε ούτε ένα βήμα στον δρόμο εκείνου που την κρατάει.

Όμως, όσο μένει αόρατη, τόσο μένουν αόρατα κι εκείνα τα πλάσματα που παλεύουν καθημερινά για τη ζωή τους.
Και κάποια στιγμή το βάρος της γίνεται μεγαλύτερο από τη σιωπή. Και νιώθεις την ανάγκη να την ανοίξεις και να φανεί τι έχει μέσα αυτή η σακούλα. Μια άγνωστη πραγματικότητα, μια άλλη πλευρά της ζωής, έναν ολόκληρο κόσμο που συνήθως μένει αόρατος.
Γιατί αν συνεχίσεις να σωπαίνεις, δεν θα ακουστούν ποτέ όλα όσα εκείνα βιώνουν και δεν μπορούν να πουν. Γιατί αυτά τα πλάσματα δεν έχουν φωνή.

Να σας πω εγώ τι κουβαλάει...

Κουβαλάει χρόνια, χιλιάδες διαδρομές, αμέτρητα χιλιόμετρα.
Κουβαλάει μεσημέρια κάτω από τον ήλιο που καίει ή μέσα σε μπόρες που σε μουσκεύουν μέχρι το κόκαλο.
Χειμωνιάτικα πρωινά που τα χέρια σου μουδιάζουν και το πρόσωπό σου πονάει από το κρύο.
Βράδια που ο αέρας σηκώνει τα πάντα στο πέρασμά του.
Κάθε μέρα... Ξανά και ξανά... Για χρόνια.... Η ίδια διαδρομή, τα ίδια στενά, οι ίδιες γωνιές, τα ίδια ραντεβού.
Γιατί κάποιοι περιμένουν...

Και γιατί για μένα η ζωή τους έχει αξία!
Δεν είναι οι γάτες του δρόμου.
Είναι η Αθηνά, η Ίριδα, η Μόνα, ο Μάγκας, η Κρυφτούλα, ο Εσπρέσο, η Πλάζα, η Ρούμπι, η Φαίδρα, η Χλόη, η Αλεξία, ο Μάρκος, η Ραλού, η Μαργαρίτα, ο Χιώνης, η Ρινιώ, η Βολίδα και άλλες πολλές ακόμα ... Γιατί καμία δεν είναι "μία γάτα".
Είναι συγκεκριμένη παρουσία.
Όλες έχουν όνομα και προσωπικότητα.
Είναι τα παιδιά της γειτονιάς και της καρδιάς μου!

Κουβαλάει την αγωνία...
(πριν ακόμη φθάσεις)
Την ίδια σκέψη κάθε μέρα: "Θα είναι όλες εκεί;"
Και όσο πλησιάζεις η καρδιά σου αρχίζει να χτυπάει πιο γρήγορα.
Γιατί ξέρεις πως η κάθε μέρα μπορεί να φέρει μια απουσία.
Φωνάζεις ονόματα και αρχίζεις να μετράς: Μία... Δύο... Τρεις... Πέντε... Δώδεκα...
Και βλέπεις ότι λείπει μία.
Σταματάς, κοιτάς γύρω, ξαναμετράς και αναρωτιέσαι: "Μήπως έκανα λάθος; Μήπως δεν την είδα; Μήπως κρύβεται κάπου;"
Περιμένεις λίγο ακόμη και τα δευτερόλεπτα είναι ατελείωτα.
Τι έγινε; Πού είναι; Είναι καλά;
Κάθε ήχος, σου δίνει μια μικρή ελπίδα.
Και ξαφνικά, τη βλέπεις να εμφανίζεται από μακριά και η καρδιά σου ξαναμπαίνει στη θέση της. Απλώς είχε καθυστερήσει.
Αρχίζει και νιαουρίζει πλησιάζοντας κι εκείνη τη στιγμή αυτός είναι ο πιο όμορφος ήχος. Το νιαούρισμα μιας γάτας που φοβήθηκες πως δεν θα ξαναδείς.
Και συνεχίζεις το δρομολόγιο. Κι αυτή την αγωνία θα τη ζήσεις και πιο κάτω, στο επόμενο σημείο και στο μεθεπόμενο... Και στο παρακάτω... Και το βράδυ... Και το άλλο πρωί... Και κάθε μέρα...
Κι αυτό δεν τελειώνει ποτέ...

Κουβαλάει εικόνες...
Που μένουν χαραγμένες μέσα σου, που όσο κι αν περάσουν τα χρόνια δεν ξεχνιούνται.
Κουβαλάει ένα σώμα τραυματισμένο από αυτοκίνητο.
Ένα βλέμμα γεμάτο πόνο, ενός πλάσματος που δεν μπορεί να ζητήσει βοήθεια αλλά την περιμένει από εσένα.
Την γάτα που σέρνεται στην άκρη του δρόμου γιατί την πέταξαν κυριολεκτικά, ενώ είχε αναπηρία στα πίσω πόδια.
Κουβαλάει εκείνο που πλησιάζει το φαγητό, προσπαθεί να φάει αλλά δεν μπορεί και στέκεται και σε κοιτάζει.
Τον γάτο που εγκατέλειψαν πρόσφατα, δεν τον δέχονται στην παρέα τους οι υπόλοιποι, τον διώχνουν, τον χτυπάνε, τον τραυματίζουν.
Την θηλυκή που άφησαν αστείρωτη και την κυνηγούν όλοι οι γάτοι που έρχονται από άλλες περιοχές. Γιατί όσοι φροντίζεις είναι όλοι στειρωμένοι. Δεν τρώει, δεν πίνει, δεν κοιμάται για μέρες.
Τους ομηρικούς καυγάδες των αρσενικών για την διεκδίκηση. Με άσχημους τραυματισμούς πολλές φορές.
Κουβαλάει τη γάτα που κάποιος την εγκατέλειψε έγκυο, κρύφτηκε για να γεννήσει και δεν ξανάρθε.
Κουβαλάει το κλάμα ενός μωρού που πεινάει, που ψάχνει τη μαμά του και δεν ξέρει πως εκείνη δεν θα επιστρέψει ποτέ.
Τα νεογέννητα που κάποιος άφησε μέσα σε ένα χαρτόκουτο (σαν να μην ήταν ζωές) και χρειάζονται τάισμα με μπιμπερό κάθε λίγες ώρες για να κρατηθούν στη ζωή.
Τις μαμάδες που έρχονται στο φαγητό αφού πρώτα έχουν χορτάσει τα μωρά τους. Που ενώ είναι εξαντλημένες συνεχίζουν να τα προστατεύουν με την ζωή τους.
Όλες εκείνες τις γάτες που διασχίζουν δρόμους γεμάτους κινδύνους.
Εκείνες που κάθε φορά περνούν απέναντι και η καρδιά σου σταματάει.
Που έχεις μπει αμέτρητες φορές μπροστά σε αυτοκίνητα, έχεις φωνάξει, έχεις τρέξει, έχεις προσπαθήσει να προλάβεις μια στιγμή που μπορεί να αλλάξει τα πάντα.

Και δεν είναι μόνο αυτές οι εικόνες

Κουβαλάει εκείνες τις γάτες που δεν μπορείς να πλησιάσεις...
Που βλέπεις να χρειάζονται βοήθεια και δεν σου επιτρέπουν γιατί φοβούνται. Θέλεις να τις πας στον γιατρό, να τους δώσεις φάρμακο, να καθαρίσεις την πληγή τους, να τους βάλεις αμπούλα, κολλύριο, να τις στειρώσεις. Και μένεις με την στεναχώρια. Λες, θα προσπαθήσω αργότερα ή αύριο πάλι.
Αυτή που στάθηκε αδύνατο να την πιάσεις να την στειρώσεις ενώ προσπάθησες με κάθε δυνατό τρόπο και γέννησε ξανά και ξανά. Και όταν τελικά τα κατάφερες, μετά από ένα μήνα σκοτώθηκε.

Κουβαλάει κι άλλες στιγμές...

Τον γάτο που λείπει και περνάς ώρες, μέρες ψάχνοντας, φωνάζεις το όνομά του, περιμένεις.
Και την έβδομη μέρα ακούς ένα νιαούρισμα κάπου μακριά μέσα στον υπόνομο. Και καλείς την πυροσβεστική.
Κουβαλάει εκείνες που κυνηγούσε ένας σκύλος, μπήκες μπροστά και σώθηκαν την τελευταία στιγμή ανεβαίνοντας σε ένα δέντρο στο πιο ψηλό σημείο και χρειάστηκε πάλι να καλέσεις την πυροσβεστική.
Το μωρό που για τρεις μέρες έκλαιγε μέσα στο καπό ενός εγκαταλελειμμένου αυτοκινήτου και δεν έβγαινε με τίποτα. Που καλείς την πυροσβεστική αλλά δεν μπορεί να επέμβει σε ξένη περιουσία και καλείς την αστυνομία.
Εκείνες που τα παιδιά κυνηγούσαν και τρομαγμένες βγήκαν τρέχοντας στον δρόμο και γλύτωσαν κυριολεκτικά από θαύμα από τα διερχόμενα αυτοκίνητα.

Κουβαλάει τις άδειες γωνιές...

Τη γροθιά στο στομάχι όταν
φθάνεις σε ένα σημείο και η θέση που μέχρι χθες ήταν γεμάτη ζωή είναι άδεια.
Κουβαλάει τα ατελείωτα βράδια που δεν μπορείς να ησυχάσεις.
Τις σκέψεις που γυρίζουν στο μυαλό σου ... Πού είναι; Πρόλαβε να βρει κάπου να κρυφτεί; Πονάει; Φοβάται; Είναι κάπου εγκλωβισμένη; Ζει;
Κι αυτή η αβεβαιότητα σε τσακίζει.
Η αγωνία χτυπάει κόκκινο και μετατρέπεται σε φόβο. Και ο φόβος πολλές φορές καταλήγει σε μια αλήθεια που δεν ήθελες ποτέ να μάθεις.

Κουβαλάει απώλειες...

Εικόνες οδυνηρές που δεν αντέχεις να δεις.
Τα άψυχα κορμάκια στην άκρη του δρόμου. Ζωές που χάθηκαν από δηλητήριο γιατί κάποιον ενοχλούσαν.
Εκείνα που βρήκες ξεσκισμένα από σκύλο.
Εκείνα που χτύπησε αυτοκίνητο και πέθαναν. Ακαριαία; Ή πάλευαν για ώρες και κανείς δεν νοιάστηκε;
Υπάρχουν εικόνες που δεν φεύγουν ποτέ από το μυαλό σου.

Τα βαριά άρρωστα...
Που τα πήρες σπίτι σου να τα φροντίσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο γιατί δεν ήθελες να περάσουν τις τελευταίες μέρες τους σε ένα ψυχρό κλουβί κτηνιατρείου.
Κουβαλάει τον πόνο όταν ξέρεις πως όσο κι αν προσπάθησες, όσο κι αν πάλεψες, όσο κι αν έτρεξες, όσο κι αν ξενύχτησες περιμένοντας μήπως και τα καταφέρουν, δεν μπόρεσες να τα σώσεις.
Μάχες που χάθηκαν...

Απώλειες που αφήνουν σημάδια, αφήνουν κι άλλο βάρος στην καρδιά. Κι αυτό το βάρος δεν το μετράει καμία ζυγαριά.
Απουσίες που δεν ήσουν έτοιμη να δεχθείς. Που δεν συνήθισες ποτέ.
Γιατί κάποιοι αποχαιρετισμοί δεν τελειώνουν... Τους κουβαλάς...
Και μαθαίνεις να ζεις μαζί τους.
Γιατί κάθε πλάσμα που πέρασε από τη ζωή σου αφήνει πάντα κάτι πίσω του.

Κουβαλάει μια καρδιά που έσπασε άπειρες φορές, αλλά συνέχισε...
Τις ώρες που θρήνησες... Για όσα έφυγαν... Για όσα δεν πρόλαβες.
Πληγές που δεν κλείνουν.
Τα δάκρυα που δεν είδε ποτέ κανείς.
Τα λουλούδια που φύτεψες στον κήπο σου και κάθε ένα έχει και από ένα όνομα.

Κουβαλάει εκείνες τις μέρες που γυρνάς στο σπίτι κουρασμένη, αποκαμωμένη και δεν θέλεις, να μιλήσεις. Γιατί υπάρχουν πράγματα που δεν περιγράφονται.
Μόνο τα νιώθεις... Τα βιώνεις...
Γιατί κάθε μέρα εκεί έξω σε κάθε γωνιά που περνάς, αφήνεις ένα κομμάτι από την ψυχή σου.

Το επόμενο πρωί όμως, θα πάρεις ξανά τη σακούλα θα τη γεμίσεις τροφή, θα πάρεις νερό και θα βγεις πάλι στον δρόμο.
Γιατί όσο κι αν πόνεσες, όσο κι αν λύγισες χθες, κάποιες ψυχές σε περιμένουν και σήμερα.
Πίσω από έναν κάδο, κάτω από ένα αυτοκίνητο, μέσα σε έναν θάμνο, πάνω σε ένα δέντρο.
Σε μια γωνιά που για όλους τους άλλους είναι ασήμαντη.
Για εκείνες όμως είναι το σημείο που κάθε μέρα περιμένουν να εμφανιστεί ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, μια παρουσία, ένα γνώριμο βήμα, μια γνώριμη φωνή
που τους λέει "Είμαι εδώ." Κι αυτό σημαίνει τα πάντα.
Δεν περιμένουν μόνο επειδή πεινάνε και διψάνε.
Περιμένουν γιατί κάποια στιγμή στη ζωή τους ένιωσαν πως ένας άνθρωπος δεν τις προσπέρασε. Στάθηκε μπροστά τους, τις κοίταξε, τις είδε. Τις είδε όχι αδιάφορα, όχι σαν ενόχληση, αλλά με σεβασμό. Σαν ζωές που έχουν αξία.
Γι' αυτό περιμένουν...
Την παρουσία σου. Την βεβαιότητα πως για ακόμη μία μέρα δεν είναι μόνες τους. Ήρθες όταν κανείς άλλος δεν ερχόταν.
Περιμένουν τον άνθρωπο που δεν τις ξεχνάει. Που τον έχουν εμπιστευθεί και ακουμπάνε πάνω του την καθημερινή τους ελπίδα: "Θα έρθει και σήμερα..."

Κι αυτό σε κάνει να συνεχίζεις...
Γιατί παίρνεις δύναμη από τα βλέμματα, τα νιαουρίσματα, τα βήματα που ακούς να πλησιάζουν, άλλοτε θαρραλέα άλλοτε διστακτικά. Τα χάδια, τις κουτουλιές στα πόδια σου, τα κυλίσματα στο χώμα.
Το τρεχαλητό όταν ακούν τη φωνή σου, όταν ακούν το όνομά τους, όταν σε βλέπουν από μακριά.
Τη χαρά τους όταν πλησιάζεις και είναι σαν να σου λένε κάθε μέρα το ίδιο πράγμα: "Ήρθες; Σε περίμενα..."
Δυό λεξούλες που μέσα τους χωράει όλη η εμπιστοσύνη τους.

Η σακούλα όμως δεν κουβαλάει μόνο πόνο. Κουβαλάει και νίκες...

Παίρνεις δύναμη κι από εκείνες τις στιγμές που είναι ενθαρρυντικές και ελπιδοφόρες.
Πλάσματα που ξανατρώνε, πληγές που έκλεισαν, θεραπείες που πέτυχαν, μωρά που κατάφεραν και μεγάλωσαν, ζωές που κέρδισαν ακόμη μία μέρα.
Και μόνο όποιος έχει παλέψει για μια ζωή που κρέμεται από μια κλωστή μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη νίκη είναι μια ακόμη μέρα.
Παίρνεις δύναμη και η χαρά σου δεν περιγράφεται, όταν ένα φοβισμένο βλέμμα σιγά σιγά ηρεμεί.
Ένα πλάσμα που μέχρι χθες κρυβόταν και σήμερα κάνει ένα βήμα πιο κοντά.
Το άλλο που πέρασε μήνες χωρίς να εμπιστεύεται κανέναν και κάποια μέρα αποφασίζει να μη φύγει, να σε αφήσει να το πλησιάσεις.
Ένα διστακτικό άγγιγμα, ένα πρώτο χάδι, μια φευγαλέα κουτουλιά στο πόδι σου. Μια στιγμή που σου λέει: "Σε εμπιστεύομαι".
Και τότε καταλαβαίνεις πως όλη η υπομονή άξιζε. Όλες οι φορές που καθόσουν μακριά χωρίς να το πιέζεις. Που άφηνες φαγητό και έφευγες για να μην τρομάξει. Όλες οι μέρες που απλώς περίμενες να σε εμπιστευτεί.
Μικρά θαύματα, μικρές νίκες (θα πεις), μα τεράστιες για εκείνον που ξέρει πόσο δύσκολα κερδήθηκαν.

Κι από τη στιγμή που εκεί έξω υπάρχουν πλάσματα που σε εμπιστεύονται, σε περιμένουν, σε χρειάζονται κάθε μέρα, το να πας δεν είναι πια απλώς μια καλή πράξη, δεν είναι ένα χόμπι, δεν είναι μια ιδιοτροπία, δεν είναι "τρέλα" που κάποιοι εύκολα λένε.
Είναι ευθύνη.
Και η ευθύνη δεν διαλέγει μέρες. Δεν έχει δεν μπορώ.
Θα πας...
Δεν σταματάει επειδή κουράστηκες, επειδή αρρώστησες, αν έξω έχει καύσωνα ή καταρρακτώδη βροχή, αν είχες μια δύσκολη μέρα, αν έχεις δικά σου προβλήματα να διαχειριστείς, αν σε περιμένουν στο σπίτι ζώα ιδιαίτερα που επίσης χρειάζονται διαρκώς τη φροντίδα σου, αν ο μήνας βγήκε δύσκολα ή αν γύρισες εξαντλημένη από τη δουλειά.
Γιατί εκείνα δεν γνωρίζουν τίποτα από όλα αυτά. Θα βρίσκονται στο ίδιο σημείο και θα περιμένουν όπως κάθε μέρα, για να σε δουν, να ακούσουν τη φωνή σου και να νιώσουν πως όλα θα πάνε καλά.

Εκείνη τη μέρα στον δρόμο με τους σαράντα τρεις βαθμούς, σκέφτηκα (πάλι) αυτό που ήξερα πολύ καλά και που μόνο όσοι έχουν κρατήσει μια τέτοια σακούλα μπορούν πραγματικά να γνωρίζουν:
Δεν κρατάμε απλώς μια σακούλα με τροφή.
Κρατάμε μια υπόσχεση.
Μια υπόσχεση που δώσαμε κάποτε σιωπηλά και που ανανεώνεται κάθε μέρα: "Αύριο θα ξανάρθω".
Μια υπόσχεση που δεν μπορούμε να αθετήσουμε γιατί αυτά τα πλάσματα δεν έχουν κανέναν άλλον.

Όχι... Δεν κρατάμε απλώς μια σακούλα με τροφή.
Κρατάμε ζωές.
Όλες εκείνες τις ζωές που πέρασαν από τη δική μας ζωή.
Εκείνες που σώθηκαν... Εκείνες που γεννήθηκαν... Εκείνες που μεγάλωσαν περιμένοντας κάθε μέρα να ακούσουν τη φωνή μας.
Εκείνες που πέρασαν αθόρυβα...
Εκείνες που χάθηκαν χωρίς κανέναν μάρτυρα...
Όλες εκείνες που μπορεί να μην τις είδε κανείς, μπορεί να μην έμαθε ποτέ την ιστορία τους, αλλά αυτές οι ζωές υπήρξαν.
Και μας σημάδεψαν...
Πήραν ένα κομμάτι από την καρδιά μας και έδωσαν ένα κομμάτι από τη δική τους.

Στη σακούλα κρατάμε τις αμέτρητες ιστορίες που δεν μπορεί να χωρέσει ένα κείμενο... Ούτε ένα βιβλίο.
Αυτές την βαραίνουν.
Ιστορίες που ειπώθηκαν, αλλά κι αυτές που δεν ειπώθηκαν και ίσως δεν θα ειπωθούν ποτέ. Και όσες κι αν ειπωθούν ακόμα, πάντα θα υπάρχουν αυτές που δεν θα χωρέσουν σε λέξεις.
Την βαραίνουν τα βιώματα, τα συναισθήματα, οι αναμνήσεις, οι σκέψεις, οι σιωπές, τα βλέμματα, τα ονόματα που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.

Όμως... Υπάρχει και κάτι άλλο που κάνει το βάρος της ασήκωτο.
Η αδιαφορία.
Από ανθρώπους που βλέπουν μια ζωή σε ανάγκη και συνεχίζουν τον δρόμο τους.
Που βλέπουν υπερβολή την ευθύνη και γραφικότητα τη συμπόνια.
Που δεν μπορούν (δεν θέλουν;) να δεχθούν πως η αξία μιας ζωής δεν μετριέται από το αν ένα πλάσμα περπατάει με δύο πόδια ή τέσσερα, αν πετάει, αν κολυμπάει ή αν έρπει.

Και κάποιοι θα συνεχίζουν να γελούν ειρωνικά με την "τρελή" που κρατάει την σακούλα... Και μοιράζει φαγητό.
Δεν πειράζει...
Μου αρκεί που για εκείνα τα πλάσματα αυτή η σακούλα είναι άλλη μία μέρα ζωής.

Και όταν κάποτε φθάσω στο τέλος της ζωής μου κρατώντας ακόμη αυτή τη σακούλα, θα είμαι περήφανη.
Γιατί θα είναι το βάρος που κούρασε πολύ το σώμα μου, που ράγισε άπειρες φορές την καρδιά μου, αλλά γέμισε την ψυχή μου με την αγάπη τους.
Και θα είναι το πιο όμορφο βάρος που κουβάλησα ποτέ!
Γιατί είναι η ιστορία όλων εκείνων των ζωών που πέρασαν από τη δική μου ζωή και την σημάδεψαν.

Και αν κάποιος θελήσει να με ρωτήσει: Τι ήταν τελικά αυτή η σακούλα;
Θα του απαντήσω, πως ήταν ο τρόπος που διάλεξα να ζήσω.

Ήταν μια ολόκληρη ζωή γεμάτη αμέτρητες διαδρομές, ατελείωτα περιστατικά, επαναλαμβανόμενες δοκιμασίες, αγώνες άγνωστοι στους άλλους, αλλά και χιλιάδες σιωπηλές υποσχέσεις που κρατήθηκαν μέχρι το τέλος... Και κράτησαν ζωντανά κάποια πλάσματα.

Αν ξέρατε...
Αν ξέρατε τι πραγματικά κουβαλάει αυτή η σακούλα...

Ελένη Κασπίρη

Κατηγορία: